μυρτίτης οἶνος Save Bailly 2024 μυρτίτης οἶνος (ὁ) 1 c. μυρσινίτης, Diosc. 5, 36 || 2 sorte de τιθύμαλλος, Th. H.P. 9, 11, 9. Étym. μύρτος.